ΕΡΓΑΣΙΕΣ

(Εργασία μαθήτριας προηγούμενης τάξης)

<<Temple run>>

            Είναι ένα ηλιόλουστο Σαββατιάτικο  πρωινό, βάζω το τυχερό μου γούρι και κάθομαι μπροστά στην κονσόλα μου. Πρέπει να περάσω την τελευταία πίστα για να τελειώσει το παιχνίδι. Αν το τελειώσω θα πάρω 18 καινούριους παίκτες και θα με πάει στον επόμενο  κόσμο.

Αρχίζω να παίζω. Έχω φτάσει ήδη στη μέση αλλά ξαφνικά πετάγεται μπροστά μου ο γορίλας. Ρε φίλε, αυτός είναι τεράστιος. Ευτυχώς κατάφερα να τον σκοτώσω, προχωράω και… Δεν το πιστεύω, τερμάτισα!

Οι καινούριοι παίκτες είναι φοβεροί , ανυπομονώ να πάω στον άλλο κόσμο! Πατάω το κουμπί για να προχωρήσω και ξαφνικά η οθόνη γίνεται πράσινη και το χειριστήριο δε δουλεύει. Κάτι συμβαίνει, σαν να με ρουφάει η οθόνη, σε λίγο λιποθυμώ από τον φόβο μου.           

Ξύπνησα! Όλα γύρω μου είναι περίεργα, είμαι μάλλον σε ζούγκλα … Κάτσε είμαι σε ζούγκλα! Πηγαίνω κοντά στο ποτάμι και δεν βλέπω τον εαυτό μου αλλά μία από τις  καινούργιες παίκτριες μου. Μάλλον μπήκα στο σώμα της. Αλλά πως; Κάτσε τι είναι αυτό;  Αααααα! Μόλις μου επιτέθηκε ένας ιπποπόταμος! Και αυτός ποιος είναι; Θεέ μου, είναι ο Jack Rogers! <<Καλώς ήρθες στο Temple run! >> μου λέει. Και έρχονται και η Jessica Jones με τον  Black Browns. Μου λένε όλοι μαζί ότι πρέπει να βρούμε ένα ρουμπίνι που το είχε κλέψει ένας κακός και έτσι θα τελειώναμε την πίστα και θα έφευγα από το παιχνίδι. Έτσι φύγαμε για την αποστολή. Περπατούσαμε πολλές μέρες και έπρεπε να κυνηγάμε για το φαγητό μας.

Φτάσαμε! Το ρουμπίνι είναι πανέμορφο μα πρέπει να το πάρουμε χωρίς να μας μυριστούν. Δυστυχώς έβαλαν εμένα να το πάρω επειδή ήμουν μικροκαμωμένη  και επειδή φορούσα μαύρα δεν θα με έβλεπαν. Περπατάω προσεχτικά πάνω από τους κοιμισμένους βοηθούς του κακού και φτάνω στη σκηνή. Ξαφνικά πατάω ένα ξυλαράκι και ξυπνάνε όλοι. Γίνεται χαμός, βγάζω το όπλο μου και χωρίς να ξέρω ότι μπορώ να το χρησιμοποιήσω, αρχίζω και τους κάνω όλους τρυπητήρια με τις σφαίρες. Και όσοι είχαν μείνει, τους κάνω κάτι τρελά τύπου Ζίου-Ζίτσου και τους ρίχνω όλους κάτω. Οι άλλοι είχαν μείνει με ανοιχτό το στόμα, όπως και εγώ. Ευτυχώς παίρνω το ρουμπίνι και φεύγω, αλλά είχα ξεχάσει τον κακό και χωρίς να καταλάβω ότι ήταν πίσω μου, μου χώνει το μαχαίρι του στην πλάτη μου! Οι άλλοι βγαίνουν και τον σκοτώνουν. Εγώ αιμορραγώ άσχημα αλλά με φροντίζουν οι σύντροφοί μου και νιώθω λίγο καλύτερα.

Όταν βάλαμε το ρουμπίνι στη θέση του χαιρέτησα τους φίλους μου και με μιας βρέθηκα στον καναπέ του σπιτιού μου μπροστά στην κονσόλα με το χειριστήριο στο χέρι. Και το τραύμα μου δεν υπήρχε! Αυτή ήταν μια φανταστική περιπέτεια που δεν θα ξεχάσω ποτέ!  

Άννα Β.

Στ΄3